O Βαγγέλης Μαρινάκης, Πολιτικός Επιστήμονας, μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και συνεργάτης του Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων του ΕΝΑ, γράφει για το τοπίο στις σχέσεις ΗΠΑ και ΕΕ με τη Ρωσία, καθώς και για την ταυτόχρονη αναβάθμιση των γεωπολιτικών φιλοδοξιών της Βρετανίας.

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής του περιοδείας το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου ο Αμερικανός πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, είχε θέσει τρεις στόχους σε ό,τι αφορά τη σχέση των ΗΠΑ με τους εταίρους της «συλλογικής Δύσης».

Ο πρώτος είχε να κάνει με την ανασυγκρότηση του νατοϊκού μπλοκ έπειτα από την τετραετία Τραμπ, γεγονός που λίγο-πολύ επιτεύχθηκε, αν και το μετα-τραμπικό τραυματικό σύνδρομο είναι ακόμη ισχυρό, με τους Ευρωπαίους ηγέτες να φοβούνται πως η προεδρία Μπάιντεν συνιστά ένα ιντερμέτζο ανάμεσα στην εποχή Τραμπ και την εκλογή ενός νέου τραμπικού προέδρου το 2025.

Ο δεύτερος αφορούσε την οριοθέτηση της σχέσης της Δύσης με την Κίνα. Σε αυτό το πεδίο, αν και διαπιστώθηκε απόλυτη σύμπτωση απόψεων ως προς το ότι το Πεκίνο συνιστά απειλή ασφαλείας -όπως αποτυπώθηκε και στη διακήρυξη του ΝΑΤΟ που έκανε λόγο για στρατηγική απειλή- και γράφτηκε το πρώτο μέρος της οικονομικής εξομάλυνσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών με την αμοιβαία αναστολή δασμών, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δείχνουν απρόθυμοι (ή μη δυνάμενοι) ακόμη να «γυρίσουν την πλάτη» στην κινεζική αγορά.

Ως προς τον τρίτο πάλι στόχο, αυτόν της οριοθέτησης της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία σε ψυχροπολεμικό tempo, ώστε σε μια λογική «διαμερισματοποίησης» να μην αποκλειστεί η συνεργασία σε πεδία κοινού ενδιαφέροντος, παρά τη δεδομένη απόσταση σε σειρά ζητημάτων, αν και αρχικά διαφαινόταν να σημειώνεται πρόοδος μετά την συνάντηση Πούτιν-Μπάιντεν στη Γενεύη, μια σειρά εξελίξεων καταδεικνύουν πως τα όποια ανοίγματα Μπάιντεν συναντούν αντικειμενικούς περιορισμούς όχι μόνον από τη δυσκολία του «μεταβολισμού» τους από το τρίγωνο Δημοκρατικών-βαθέος κράτους-ΜΜΕ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού αλλά και από εσωτερικές αντινομίες εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ επιβεβαίωσε το τελευταίο, αφού η ιδέα του διδύμου Εμανουέλ Μακρόν και Άνγκελα Μέρκελ να προσκαλέσουν τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν, σε προσεχή ολομέλεια των Ευρωπαίων ηγετών αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίσταση επτά κρατών-μελών προεξαρχουσών των Βαλτικών Δημοκρατιών. Παρότι η στάση των «επτά» θα πρέπει να συνδεθεί και τα πισωγυρίσματα στις ρωσοαμερικανικές σχέσεις (με τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου να προαναγγέλλει νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας για την υπόθεση Ναβάλνι λίγες μέρες μετά τη συνάντηση της Γενεύης) και την αβεβαιότητα που τις διέπει, είναι δεδομένο πως ο αντιρωσισμός αποτελεί συγκροτητικό στοιχείο των εθνικισμών της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ οι πρόσφατες καταγγελίες περί κατασκοπικής δραστηριότητας της Μόσχας από τη ομάδα των «επτά» δείχνουν να επιβεβαιώνουν τους φόβους όσων αρνούνται τη συζήτηση σε υψηλό επίπεδο αν πρώτα δεν έχει προηγηθεί μια ριζική αλλαγή στη συμπεριφορά του Κρεμλίνου.

Η «αρχειοθέτηση» επομένως της πρότασης Μέρκελ και Μακρόν σε αυτό το φόντο δεν θα πρέπει να ξαφνιάζει, αν και οι δύο ηγέτες φαίνονται πρόθυμοι να επανέλθουν σε διαφορετικό χρόνο. Συνιστά όμως σίγουρα ισχυρή ένδειξη δύο πραγμάτων. Αφενός πως ο γαλλογερμανικός άξονας δεν είναι πια τόσο εύκολο να εξασκεί την ισχύ του πάνω στο υπόλοιπο ευρωενωσιακό σώμα, το οποίο δεν αρκείται σε ρόλο χειροκροτητή κάθε πρωτοβουλίας που εκπορεύεται από το ντουέτο Παρίσι-Βερολίνο αφετέρου ότι η εμπιστοσύνη προς την Ουάσιγκτον είναι πολλαπλάσια αυτής προς τους θεσμούς της ΕΕ. Κατά διόλου περίεργο τρόπο η γερμανική πλευρά δεν δείχνει ευχαριστημένη με τη νέα κατάσταση και φροντίζει να το καθιστά σαφές, με τρόπο διακριτικό μεν ευανάγνωστο δε, όπως δείχνει η αποχή της Γερμανίας από τα ναυτικά γυμνάσια της Ουκρανίας και του ΝΑΤΟ υπό την επωνυμία «Θαλάσσια αύρα».

Πέρα από τις δυναμικές που αναπτύσσονται εντός της ΕΕ, η διαφαινόμενη εξασθένιση του γαλλογερμανικού μετώπου και η «ανταρσία των επτά» έρχεται να συναντηθεί με την φιλοδοξία του βρετανικού παράγοντα να αναβαθμιστεί από τον πλέον νο. 1 χρήσιμο πρόθυμο της ευρωατλαντικής συμμαχίας σε πρωταγωνιστή της. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ενταχθεί και το περιστατικό της 23ης Ιουνίου, όταν το βρετανικό αντιτορπιλικό «Defender» (πιθανότατα σε συνεργασία με αμερικανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος που απογειώθηκε από τη Βάση της Σούδας) έπλευσε στα ανοιχτά της Κριμαίας, σε περιοχή που η Μόσχα θεωρεί δικά της χωρικά ύδατα, προκαλώντας την έντονη αντίδραση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων. Η σύμπτωση των παραπάνω εξελίξεων διαμορφώνει μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη του τη νέα, 44σελιδη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της Ρωσίας που υπεγράφη από τον Ρώσο πρόεδρο στις 2 Ιουλίου, και αναφέρει μεταξύ άλλων τη Δύση ως την κυριότερη πηγή απειλών, εγκαταλείποντας τη φιλελεύθερη φρασεολογία-κληροδότημα του τέλους του (πρώτου) Ψυχρού Πολέμου.

Σε μια τέτοια συγκυρία, θα αποτελούσε τουλάχιστον ψευδαίσθηση να περιμένει κανείς η ανάληψη πρωτοβουλιών για την εκτόνωση της ολοένα κλιμακούμενης αντιπαράθεσης να έχει ως αφετηρία εκκίνησης κάποια πρωτεύουσα της ΕΕ. Ιδίως όταν Ένωση καταφέρνει να ξεπερνά κάθε φορά τον κακό της εαυτό σε ζητήματα σχετικά με την ισορροπία μεταξύ αξιών και συμφερόντων. Το ότι στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής η πολιτική πίεση προς τον Ούγγρο πρωθυπουργό, Βίκτορ Ορμπάν, αναφορικά με το τελευταίο νομοθετικό έκτρωμα της κυβέρνησής του περί «προπαγάνδισης της ομοφυλοφιλίας» δεν υπερέβη το στάδιο της επίπληξης, συνιστά μια ακόμη εμφατική απόδειξη της ανεπάρκειας της Ένωσης και των κρατών-μελών της να συνδυάσουν στον ελάχιστο έστω βαθμό τη «στρατηγική αυτονομία» με τη «συμπεριληπτικότητα».