Επίσπευση της υλοποίησης των μέτρων για την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων δανείων», ζήτησε η πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Ντανιέλ Νουί, ωστόσο τόνισε ότι οι ελληνικές τράπεζες κρίνονται επαρκώς κεφαλαιοποιημένες.

Η κα Νουί, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευρωβουλευτή της Λαϊκής Ενότητας, Νίκο Χουντή, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου αναφέροντας ότι τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών ανέρχονται στο 45%, σε υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της τραπεζικής ένωσης.

Η πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ υποστήριξε ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 16,7% κρίνονται από την ΕΚΤ ως επαρκώς κεφαλαιοποιημένες.

Στην επιστολή, η κα Νουί υποστηρίζει ότι προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μεταρρυθμίσεις όπως το άνοιγμα της αγοράς για πωλήσεις δανείων και η θέσπιση νέων πλαισίων για τον μηχανισμό εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, οδηγούν σε επίσπευση της διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στην Ελλάδα. Επισημαίνει δε ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή τους.

Για παράδειγμα, όπως αναφέρει, όσον αφορά τη θέση σε λειτουργία της νέας πλατφόρμας ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, θα χρειαστεί να καταβληθούν πρόσθετες προσπάθειες προκειμένου να ενισχυθεί η ικανότητα του ελληνικού δικαστικού συστήματος και των πλαισίων για την αφερεγγυότητα.
Υπενθυμίζει ότι το 2018 η ΕΚΤ θα διενεργήσει επίσης ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τα τέσσερα ελληνικά σημαντικά ιδρύματα. Ο κύριος λόγος για τη διενέργεια αυτών των ασκήσεων είναι να επιτευχθεί μια επικαιροποιημένη αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών στο πλαίσιο βασικού και δυσμενούς σεναρίου.

Η τραπεζική εποπτεία της ΕΚΤ δεν κρίνει σκόπιμη τη διενέργεια άλλου συνολικού ελέγχου του ενερηγτικού (AQR) των ελληνικών τραπεζών, αναφέρει.