Κέρδη μετά από φόρους, αναλογούντα σε μετόχους της Τράπεζας, που ανήλθαν σε 260 εκατ. ευρώ ανακοίνωσε ο όμιλος της Εθνικής Τράπεζας για το πρώτο τρίμηνο του 2023. Τα οργανικά κέρδη μετά φόρων διαμορφώθηκαν σε 228 εκατ. ευρώ.

Σε δηλώσεις του με αφορμή την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της Εθνικής Τράπεζας ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς ανέφερε: «Η ελληνική οικονομία ξεκίνησε με ισχυρή δυναμική και το 2023, παρά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη και την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επιδεικνύοντας την αυξημένη ανταγωνιστικότητα της χώρας μας μετά από μια πολυετή περίοδο αναδιάρθρωσης. Η οικονομική δραστηριότητα φαίνεται να κυμαίνεται στο 2,5-3%, στηριζόμενη κυρίως στον τουρισμό και τις επενδύσεις παγίων. Κατά συνέπεια, όλοι οι βασικοί δείκτες βελτιώνονται με εντυπωσιακούς ρυθμούς: η ανεργία οδεύει σε ποσοστά κάτω του 10%, το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο εμφανίζει σταθερό πλεόνασμα, οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να αυξάνονται και οι δείκτες οικονομικού κλίματος παραμένουν σε ανοδική τροχιά. 

Σε αυτό το θετικό μακροοικονομικό περιβάλλον, η Εθνική Τράπεζα διατήρησε τη δυναμική της παρουσιάζοντας ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα και το Α' τρίμηνο του 2023, συνδυάζοντας τα σημαντικά επιτεύγματα του Προγράμματος Μετασχηματισμού με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Ισολογισμού μας. Τα οργανικά μας έσοδα ενισχύθηκαν σημαντικά, σημειώνοντας αύξηση κατά 14% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο σε επαναλαμβανόμενη βάση, ενώ οι λειτουργικές δαπάνες και το κόστος πιστωτικού κινδύνου παρέμειναν συγκρατημένα, παρά τις επιπτώσεις από την απότομη άνοδο στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών. Συνολικά, τα οργανικά κέρδη μετά από φόρους της τράπεζας ανήλθαν σε 228 εκατ. ευρώ το Α΄ τρίμηνο του 2023, ενώ για πρώτη φορά μετά από πολλά έτη, η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων υπερέβη ουσιαστικά το κόστος κεφαλαίου της τράπεζας. 

Βασικός παράγοντας της επιτυχίας μας παραμένει η ισχυρή κεφαλαιακή μας θέση και η πλεονάζουσα ρευστότητά μας. Συγκεκριμένα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας συνεχίζουν να αυξάνονται λόγω της ισχυρής οργανικής δημιουργίας κεφαλαίου. Όσον αφορά στη ρευστότητα, η καταθετική βάση της Εθνικής Τράπεζας παραδοσιακά αποτελείται κυρίως από καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου πολλών μικρών καταθετών, γεγονός που της προσδίδει ένα σημαντικό και σχετικά σπάνιο πλεονέκτημα στη σημερινή συγκυρία περιορισμένης ρευστότητας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αποτέλεσμα των ισχυρών οικονομικών μεγεθών της χώρας είναι και το γεγονός ότι η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου της Τράπεζας δεν εμφάνισε σημάδια επιδείνωσης. Συγκεκριμένα, δεν σημειώθηκε αύξηση στα υπόλοιπα Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων και οι πρώιμες καθυστερήσεις στις αποπληρωμές δανείων παρέμειναν περιορισμένες. Η πρωτοβουλία του τραπεζικού κλάδου να στηρίξει τους ευάλωτους δανειολήπτες εφαρμόζοντας ανώτατο όριο αύξησης επιτοκίων στα κυμαινόμενα στεγαστικά δάνεια, σε συνδυασμό με τις πολιτικές της Κυβέρνησης για την προστασία των εισοδημάτων των νοικοκυριών έναντι της αύξησης των τιμών της ενέργειας, αναμένεται να συμβάλουν στη θωράκιση της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου στο μέλλον. 

Η ταχεία ανάκαμψη των επιδόσεων της οικονομίας θέτει ισχυρές βάσεις για την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα. Η μείωση των τιμών ενέργειας και λοιπών πρώτων υλών οδηγεί σε ταχύτερη από το αναμενόμενο αποκλιμάκωση του πληθωρισμού - υποχώρησε ήδη στο 4.5% - γεγονός που αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη. Σε αυτό το ευνοϊκό περιβάλλον, η Εθνική Τράπεζα συνεχίζει να παρέχει ισχυρή στήριξη στην οικονομία - η καθαρή πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις σημειώνει διψήφιο ποσοστό αύξησης σε ετήσια βάση - αλλά και να συμβάλλει στον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας με την εκτενή χρήση των ψηφιακών υπηρεσιών της. Αντίστοιχο ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουμε και στο δρόμο προς την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Οι πρωτοβουλίες αυτές που αναλαμβάνει η Εθνική Τράπεζα αντανακλούν τον ιστορικό χαρακτήρα της ως ηγέτιδας θετικών αλλαγών, και την καθιστούν Τράπεζα Πρώτης Επιλογής».