Πρώτο σε συγκέντρωση είναι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη, σύμφωνα με τους χρηματοοικονομικούς δείκτες διάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ το 2022 που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Οι ίδιοι δείκτες αποτυπώνουν τη σημαντική περαιτέρω συρρίκνωση της φυσικής παρουσίας των ελληνικών τραπεζών, καθώς το 2022 μείωσαν άνω του 5% τον αριθμό των καταστημάτων τους και τον αριθμό των απασχολούμενων σε αυτές.

Ειδικότερα, τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι το 2022 σημειώθηκε περαιτέρω μείωση του αριθμού των τραπεζικών καταστημάτων στην ΕΕ, η οποία κατά μέσο ανήλθε σε ποσοστό 5,39% στα κράτη - μέλη. Μειώσεις παρατηρήθηκαν σε 25 από τις 27 χώρες, οι οποίες κυμαίνονται από -0,98% έως -21,54%. Ο συνολικός αριθμός των τραπεζικών καταστημάτων στην ΕΕ ήταν 132.871 στο τέλος του 2022, εκ των οποίων το 82,8% βρίσκονταν στη ζώνη του ευρώ.
Κατά τη διάρκεια του 2022, μειώθηκε επίσης ο αριθμός των εργαζομένων στα πιστωτικά ιδρύματα. Ο αριθμός των τραπεζοϋπαλλήλων μειώθηκε σε 18 κράτη - μέλη της ΕΕ, με μέση πτώση 1,25% σε όλες τις χώρες. Αυτή η μείωση του αριθμού των τραπεζικών υπαλλήλων είναι μια τάση που παρατηρείται στις περισσότερες χώρες από το 2008.

Στην Ελλάδα, ειδικότερα, ο αριθμός των τραπεζικών καταστημάτων μειώθηκε την περασμένη χρονιά κατά 5,2% σε σχέση με το 2021. Τα τραπεζικά καταστήματα υποχώρησαν σε 1.483 από 1.565 το 2021 και 1.702 το 2020. Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των άμεσα απασχολούμενων παρουσίασε, επίσης, μείωση της τάξης του 5,4% σε σχέση με το 2021 (2022: 29.341, 2021: 31.028, 2020: 33.097). Δηλαδή, στην τριετία 2020 – 2022 οι ελληνικές τράπεζες έκλεισαν 219 καταστήματα και από τον κλάδο αποχώρησαν 3.756 εργαζόμενοι.

Η συρρίκνωση της φυσικής παρουσίας των τραπεζών στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα της έντονης ψηφιοποίησης εργασιών και συναλλαγών που υιοθέτησαν οι τράπεζες μετά την πανδημία του Covid-19. Ωστόσο, το φαινόμενο απλώς εντάθηκε, αφού η συρρίκνωση των τραπεζών είχε αρχίσει συστηματικά μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση του 2015 και τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν να περιορίσουν δραστικά το δίκτυό τους, με αποτέλεσμα απώλειες χιλιάδων θέσεων εργασίας. Αφετέρου, είναι αποτέλεσμα και της έμφασης που έδωσαν οι τράπεζες στη μείωση των λειτουργικών εξόδων τους προκειμένου να επιτευχθεί κερδοφορία εν μέσω ενός περιβάλλοντος μηδενικών επιτοκίων.

Όπως εκτιμούν, πάντως, στελέχη της τραπεζικής αγοράς, η αλλαγή περιβάλλοντος με την απότομη είσοδο του τραπεζικού συστήματος στον ανοδικό κύκλο των επιτοκίων αλλάζει τα δεδομένα και συνηγορεί στο ότι οι τράπεζες μάλλον θα πρέπει να επανεξετάσουν την στρατηγική για την παρουσία τους και την εξυπηρέτηση των πελατών. Πράγμα που σημαίνει ότι η συρρίκνωση του τραπεζικού δικτύου θα «κατεβάσει ταχύτητα» και θα αναζητηθούν τρόποι αξιοποίησης ανθρώπινου δυναμικού πολύ πιο καταρτισμένου τεχνολογικά.

Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν, τέλος, ότι ο βαθμός συγκέντρωσης του τραπεζικού τομέα (μετρούμενος με το μερίδιο των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες) εξακολουθεί να ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Σε εθνικό επίπεδο το μερίδιο του συνολικού ενεργητικού των πέντε μεγαλύτερων πιστωτικών ιδρυμάτων κυμάνθηκε από 31,16% (Λουξεμβούργο) έως 95,72% (Ελλάδα) στο τέλος του 2022, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 68,27%.