Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ φόρτωσαν με φόρους τους πολίτες, ενώ άφηναν τη φοροδιαφυγή ανεξέλεγκτη στα χρόνια των μνημονίων. Τάδε έφη Τράπεζα της Ελλάδας, της οποίας προΐσταται ο κ.Στουρνάρας.

Με απατά η μνήμη μου; Ο κ.Στουρνάρας δεν ήταν υπουργός δύο κυβερνήσεων στα επάρατα μνημονιακά έτη; Τότε γιατί σιωπούσε, επειδή κυβερνούσαν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ; Περί συμφέροντος και αξιοπιστίας ο λόγος ή μήπως περί υστεροφημίας; Εκτός αν τα άλλα μέλη της Τράπεζας Ελλάδας, που συναποφασίζουν, επέβαλαν μία στοιχειώδη κριτική, με ονόματα και στον διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας...

Του Γιάννη Αγουρίδη

Το συμπέρασμα αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εμπεριέχεται στην έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας προίσταται ένας πρώην υπουργός Οικονομικών της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ο Γιάννης Στουρνάρας

Η έκθεση ούτε λίγο ούτε πολύ αναφέρει ότι θα μπορούσαν να έχουν “σωθεί” 15 δισ. ευρώ από την ελληνική οικονομία αν είχε χτυπηθεί αποτελεσματικά η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή έναντι της επιλογής διαρκούς αύξησης των φόρων προκειμένου να βγουν τα νούμερα του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Η παραοικονομία

Ως περίοδος αναφοράς λαμβάνεται η περίοδος 2010-15 και ως βασική παραδοχή ότι η Ελλάδα μπήκε στα Μνημόνια με το μέγεθος του αθροίσματος παραοικονομίας και φοροδιαφυγής να φτάνει στο 25% του ΑΕΠ.

Όπως αναφέρεται, αν αντί για αυξήσεις φόρων είχε χτυπηθεί αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία, το αποτέλεσμα θα ήταν ύφεση μικρότερη κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Με την παραοικονομία στο 25% του ΑΕΠ, κάθε αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά μία μονάδα ροκανίζει 2,8% του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος έναντι κόστους 1,5% αν δεν υπήρχε παραοικονομία.

Ακόμη, η αύξηση του φορολογικού βάρους κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ οδηγεί σε μεταφορά της παραγωγής και της απασχόλησης από την επίσημη στην ανεπίσημη οικονομία κατά 1,3 και 1,4 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Ως αποτέλεσμα, μειώνονται τα φορολογικά έσοδα και απαιτούνται μεγαλύτερες αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών προκειμένου να επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αυξήσεων φορολογικών συντελεστών και παραοικονομίας, που οδηγεί σε περαιτέρω συρρίκνωση της επίσημης παραγωγής.

Επιπλέον για να αυξηθούν τα έσοδα από φορολογία εισοδήματος κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, απαιτείται αύξηση του φορολογικού συντελεστή κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες όταν δεν υπάρχει παραοικονομία, έναντι αύξησης κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες όταν υπάρχει παραοικονομία.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τα υψηλότερα ποσοστά παραοικονομίας. Ενδεικτικά, εκτιμάται ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα την περίοδο 2003-2015 ανερχόταν κατά μέσο όρο στο 25% του ΑΕΠ, σε σχέση με 19% κατά μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ και 20% στην ΕΕ.