Η διαμόρφωση της διατλαντικής εμπορικής σχέσης μέσα από τις χρόνιες διακυμάνσεις της, αφορά και τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την TTIP επί Ομπάμα, στο ναδίρ επί Τραμπ και στα σημερινά αδιέξοδα του Διατλαντικού Εμπορικού και Τεχνολογικού Συμβουλίου. Αδύναμος ο ρόλος του ΠΟΕ.

Του Κων/ίνου Παπανικολάου *

Η διμερής εμπορική σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής αποτελεί τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη σε βαρύτητα εμπορική σχέση στο σύγχρονο διεθνές εμπορικό σύστημα. To διατλαντικό εμπόριο έφθασε το 1,2 τρισ. ευρώ το 2021 καταγράφοντας αύξηση 11% σε σχέση με τις αντίστοιχες τιμές του 2019. H ΕΕ και ΗΠΑ αποτελούν αντίστοιχα τη δεύτερη και τρίτη μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας.
Την τελευταία 20ετία η διμερής αυτή σχέση έχει περάσει από διάφορες φάσεις. Έως και τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον παρά τις σημαντικές διαφορές τους, έφθασαν κοντά σε μία ιστορική προσέγγιση στον τομέα του διεθνούς εμπορίου και των διεθνών επενδυτικών ροών. Οι διαπραγματεύσεις γα την υπογραφή και την υλοποίηση της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ομπάμα. Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν είχαν αίσιο τέλος καθώς οι ευρωπαϊιές κυβερνήσεις αφενός δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν την έντονη εσωτερική πολιτική πίεση από κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που θίγονταν από το περιεχόμενο της συμφωνίας, αφετέρου χαρακτηρίστηκαν από την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να συμβιβάσει κάποια αντικρουόμενα συμφέροντα των κύριων εμπορικών δυνάμεων της ΕΕ.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ, οι διμερείς εμπορικές σχέσεις έφθασαν στο ναδίρ, καθώς οι δύο πλευρές μπήκαν σε έναν «εμπορικό πόλεμο χαρακωμάτων» μετά την επιβολή αυξημένων δασμών από πλευράς ΗΠΑ στις εισαγωγές στο ατσάλι και στο αλουμίνιο. Το οικονομικό αποτέλεσμα των αυξανόμενων δασμών στις ευρωπαικές εισαγωγές ξεπεράσε τα 6 δισεκατομμύρια ευρώ. Η ΕΕ απάντησε με τη σειρά της επιβάλλοντας αντίστοιχους δασμούς σε αμερικανικά προιόντα από τον διατροφικό και μηχανολογικό τομέα παράγοντας οικονομικό αποτέλεσμα 3 δισεκατομμυρίων ευρώ για τις αμερικανικές εισαγωγές. Μετά την επιβολή και άλλων πακέτων δασμών κατά τη διάρκεια του 2018 αλλά και ιδιαίτερα σκληρών δηλώσεις εκατέρωθεν, οι δύο πλευρές κατάφεραν να αποκλιμακώσουν την ένταση λίγο πριν από το τέλος της διακυβέρνησης Τραμ, παρόλα αυτά τα ζητήματα που διαχώριζαν Βρυξέλλες και Ουάσιγκτον συνέχισαν να υφίστανται.
Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για την TTIP και τις εμπορικές διαμάχες της εποχής Τραμπ, δεν παρατηρείται ουσιαστική πολιτική βούληση και στις δύο πλευρές έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα κύρια ζητήματα διαφωνίας που απασχολούν τις εμπορικές σχέσεις ΕΕ-ΗΠΑ και να υπάρξει μία νέα πορεία επαναπροσέγγισης. Πολυετείς διαμάχες που κυμαίνονται από τους περιορισμούς που έχει επιβάλει η ΕΕ στα γενετικά τροποποιημένα προιόντα μέχρι τις προδιαγραφές που θέτουν οι ΗΠΑ στο «Buy American», περιορίζοντας την πρόσβαση των ευρωπαϊκών εταιρειών στις δημόσιες συμβάσεις του αμερικανικού κράτους. Αξιωματούχοι και των δύο πλευρών, εκφράζοντας ρεαλισμό, έχουν δηλώσει το τελευταίο διάστημα σε διάφορες περιστάσεις ότι οι δύο πλευρές «έχουν μάθει να ζουν με τη διατήρηση των εμπορικών διαφορών».
Χωρίς την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού παγκόσμιου ή διμερούς εμπορικού φόρουμ ικανού να επιλύει διαφορές, οι δύο πλευρές βρίσκονται αντιμέτωπες με νέες εντάσεις που αφορούν διαφωνίες σε πολιτικές για το περιβάλλον και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. H βαρύτητα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στην εγκαθίδρυση νέων κανόνων για τη ρύθμιση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών έχει μειωθεί σημαντικά. Τρίτες χώρες ασκούν κριτική στις δύο δυτικές εμπορικές υπερδυνάμεις, ότι αυτές ευθύνονται κατά κύριο λόγο για την αναντιστοιχία και τη μη καταλληλότητα του ΠΟΕ να αντιμετωπίσει τις ολοένα και αυξανόμενες αλλαγές που παρουσιάζονται στο διεθνές εμπόριο, συμπεριλαμβανομένης και της επιρροής της Κίνας σε αυτό.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Μπάιντεν ένα νέο φόρουμ δημιουργήθηκε με σκοπό να φέρει κοντά ξανά τις δύο υπερδυνάμεις του διεθνούς εμπορίου. Το Διατλαντικό Εμπορικό και Τεχνολογικό Συμβούλιο εγκαθιδρύθηκε με σκοπό οι δύο εταίροι να συνεργαστούν περισσότερο στα πρότυπα και τους κανόνες στους τομείς της βιομηχανίας και της υψηλής τεχνολογίας προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις ολοένα αυξανόμενες διαφωνίες που δημιουργούνται εξαιτίας των μεταβολών που φέρνει στο διεθνές εμπόριο η κλιματική αλλαγή και η τεχνολογική καινοτομία. Παρόλα αυτά το νέο διμερές φόρουμ δεν ξεκίνησε με τις καλύτερες των προϋποθέσεων.
Ένα ζήτημα που έφερε την έντονη αντίδραση των Ευρωπαίων αξιωματούχων ήταν ο τεχνητός αποκλεισμός των ευρωπαϊκών εταιρειών από τη συμπερίληψη στο αμερικανικό πακέτο χρηματοδοτικών ενισχύσεων και κινήτρων που θεσπίστηκε για την αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων και άλλων οικολογικά φιλικών ηλεκτρικών συσκευών. Συγκεκριμένα το Αμερικανικό Κογκρέσο ψήφισε το φθινόπωρο του 2022, νομοσχέδιο (Build America, Buy America Act) που εξαιρεί αυτοκίνητα, μπαταρίες και ορυκτά που παράγονται εκτός αμερικανικής επικράτειας από το να έχουν την ίδια χρηματοδοτική φορολογική αντιμετώπιση με τα αμερικανικά προιόντα, εκτός κι αν οι χώρες όπου αυτά παράγονται, βρίσκονται συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ με συμφωνία ελευθέρου εμπορίου.
Αμερικανοί αξιωματούχοι απέκρουσαν τους ευρωπαϊκούς ισχυρισμούς, αρνούμενοι ότι στόχος του νομοσχεδίου ήταν η στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των αμερικανικών κα ευρωπαϊκών εταιρειών. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει συμφωνία ελευθέρου εμπορίου που να συνδέει ΕΕ-ΗΠΑ, η ΕΕ διαπραγματεύεται μία συμφωνία που να επιτρέπει εν μέρει τη συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών στο πλαίσιο που θέτει το νομοσχέδιο του Κογκρέσου. Το συγκεκριμένο ζήτημα επισκίασε τις συζητήσεις και τις διαπραγματεύσεις στις δύο συνόδους του Διατλαντικού Εμπορικού και Τεχνολογικού Συμβουλίου που έλαβαν χώρα τον χειμώνα του 2022 και την άνοιξη του 2023.
Οι εκτιμήσεις που είχαν εκφραστεί ότι το τέλος της διακυβέρνησης Τραμπ θα έφερνε ξανά πιο κοντά Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες σε ό,τι αφορά τις αντιλήψεις και τις πρακτικές τους στο διεθνές εμπορικό σύστημα μέχρι τώρα δείχνουν να διαψεύδονται. Ίσως οι συζητήσεις και οι διαπραγματεύσεις που έχουν προκύψει από τη ψήφιση του «Build America, Buy America Act» να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο στη διαμόρφωση των διμερών τους εμπορικών σχέσεων.

* Διδάκτωρ Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Ανάλυση στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ